- βλάπτω
- βλάπτω, έβλαψα βλ. πίν. 11
(και ως απρόσ. [δε] βλάπτει)
Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.
Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.
βλάπτω — disable pres subj act 1st sg βλάπτω disable pres ind act 1st sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βλάπτω — και βλάφτω προξενώ βλάβη, ζημιώνω: Το πολύ ποτό βλάπτει … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
βλάπτω — και βλάφτω και βλάβω (AM βλάπτω, Μ και βλάβω) μέσ. βλάπτομαι και φτομαι και βομαι (AM βλάπτομαι, Α και βλάβομαι) προκαλώ βλάβη, κάνω κακό σε κάποιον ή κάτι μσν. νεοελλ. καταστρέφω νεοελλ. Ι. 1. σκοτώνω 2. ενοχλώ, πειράζω II. βλάπτομαι 1.… … Dictionary of Greek
βλάπτον — βλάπτω disable pres part act masc voc sg βλάπτω disable pres part act neut nom/voc/acc sg βλάπτω disable imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) βλάπτω disable imperf ind act 1st sg (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βεβλαμμένα — βλάπτω disable perf part mp neut nom/voc/acc pl βεβλαμμένᾱ , βλάπτω disable perf part mp fem nom/voc/acc dual βεβλαμμένᾱ , βλάπτω disable perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βλάπτεσθε — βλάπτω disable pres imperat mp 2nd pl βλάπτω disable pres ind mp 2nd pl βλάπτω disable imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βλάπτετε — βλάπτω disable pres imperat act 2nd pl βλάπτω disable pres ind act 2nd pl βλάπτω disable imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βλάπτῃ — βλάπτω disable pres subj mp 2nd sg βλάπτω disable pres ind mp 2nd sg βλάπτω disable pres subj act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βλάψαι — βλάπτω disable aor imperat mid 2nd sg βλάπτω disable aor inf act βλάψαῑ , βλάπτω disable aor opt act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βλάψει — βλάπτω disable aor subj act 3rd sg (epic) βλάπτω disable fut ind mid 2nd sg βλάπτω disable fut ind act 3rd sg βλάψις harming fem nom/voc/acc dual (attic epic) βλάψεϊ , βλάψις harming fem dat sg (epic) βλάψις harming fem dat sg (attic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)